βασίλειος

I
Όνομα δύο Βυζαντινών αυτοκρατόρων.
1. Β. Α’ ο Μακεδών (813;-886). Βυζαντινός αυτοκράτορας (867-886) που εγκαινίασε τη μακεδονική δυναστεία. Ο Β., άσημης καταγωγής και αμόρφωτος, που η σωματική του ρώμη και η εξαιρετική ιππευτική του ικανότητα τον έφεραν στα ανάκτορα του Βυζαντίου ως ιπποκόμο, κατάφερε με την ευφυΐα του να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ και να ανέλθει σε ανώτερα αξιώματα.
Η έλλειψη ηθικών φραγμών, σε συνδυασμό με την άμετρη φιλοδοξία του, τον ώθησαν σε αλλεπάλληλα εγκλήματα (δολοφονία Βάρδα και του ίδιου του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’), που τον έφεραν τελικά στον θρόνο του Βυζαντίου. Ο απαράδεκτος τρόπος επιβολής του δεν τον εμπόδισε να αναδειχτεί σε έναν από τους σπουδαιότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, όπως προκύπτει κυρίως από την εξωτερική του πολιτική και από το αξιόλογο νομοθετικό του έργο. Κύριος στόχος της εξωτερικής του πολιτικής ήταν η καταπολέμηση των Αράβων, που –κυρίως με την πειρατική τους δράση– μάστιζαν ολόκληρη τη Μεσόγειο. Η επιτυχημένη δράση των εξαιρετικών ναυάρχων του Νικήτα Ωορύφα και Νάσαρ ανακούφισε την Αδριατική πρώτα και γενικά τη Μεσόγειο καθώς και τα Στενά από τις αραβικές επιδρομές, επανέφερε τη βυζαντινή διοίκηση σε ένα τμήμα της Ν Ιταλίας, ενισχύοντας έτσι την ελληνική επίδραση και το κύρος της αυτοκρατορίας, και αύξησε τη βυζαντινή επιρροή στη Δαλματία, η οποία μαζί με τους Κροάτες και τους Σέρβους δέχτηκε τότε και τον χριστιανισμό. Παράλληλα ο Β., ύστερα από μακροχρόνιες επιχειρήσεις στην Ανατολή εναντίον των Παυλικιανών και των Αράβων, πέτυχε να καταλάβει πολλές κλεισούρες και την επέκταση των βυζαντινών συνόρων.
Η επαναφορά του Ιγνάτιου στον πατριαρχικό θρόνο και η εξορία και καταδίκη του Φωτίου από σύνοδο που περιλάμβανε και παπικούς αντιπροσώπους, επεδίωκε κυρίως την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρώμη, με την ελπίδα η τελευταία να ενισχύσει τους αγώνες των Βυζαντινών εναντίον των Αράβων της Ν Ιταλίας. Αντίθετα, στην ανάκληση του Φωτίου στην Κωνσταντινούπολη και στην επαναφορά του στον πατριαρχικό θρόνο, μετά τον θάνατο του Ιγνατίου, συνετέλεσε όχι μόνο η αναγνώριση από τον Β. της αξίας του Φωτίου αλλά και το γεγονός πως η διαλλακτική του πολιτική προς τη Ρώμη δεν οδήγησε στον επιδιωκόμενο πολιτικό σκοπό.
Ο εκχριστιανισμός πολλών Σλάβων είναι μια από τις αξιόλογες προσφορές του Β., ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η εξάρτηση των Βουλγάρων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ενίσχυση των σχέσεων (πνευματικών και εμπορικών) Βυζαντίου και Βουλγαρίας. Η συμβολή του Β. στον τομέα της νομοθεσίας με τον Πρόχειρο Νόμο (επιλογή των σπουδαιότερων και πιο συνηθισμένων νόμων), την Επαναγωγή (επανέκδοση με αλλαγές του Πρόχειρου Νόμου, σπουδαία για την εικόνα που παρέχει της πολιτικοκοινωνικής διάρθρωσης του Βυζαντίου) και την προπαρασκευαστική εργασία για τα Βασιλικά είναι από τις σημαντικότερες.
Η πνευματική ανάπτυξη της εποχής που προηγείται, συνεχίζεται την εποχή του Β. κυρίως χάρη στον Φώτιο, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει η καλλιτεχνική άνθηση της εποχής των Μακεδόνων με ορισμένα καλλιτεχνικά επιτεύγματα ξεχωριστής σπουδαιότητας, όπως ήταν π.χ. η Νέα Εκκλησία.
2. Β. Β’ ο Βουλγαροκτόνος (958;-1025). Βυζαντινός αυτοκράτορας (976-1025), η σπουδαιότερη φυσιογνωμία της μακεδονικής δυναστείας. Ο Β. είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του στρατηγού-αυτοκράτορα, που αγωνίστηκε με εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και πέτυχε νίκες αποφασιστικής σημασίας για την αυτοκρατορία, χάρη στην ισχυρότατη θέληση, στην αποφασιστικότητα και στη γρήγορη εκτέλεση των αποφάσεών του. Ο Β. είχε την απλότητα αλλά και την τραχύτητα του μαχητή, όπως φαίνεται αντίστοιχα από τον τρόπο που ζήτησε να ταφεί –στο Έβδομο ως απλός στρατιώτης– και από την τύφλωση των Βουλγάρων αιχμαλώτων μετά τη μάχη του Κλειδίου.
Δύο ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Β. κατά τη διάρκεια της ταραγμένης βασιλείας του: το ένα, εσωτερικό, ήταν η αντιμετώπιση ισχυρών στρατηγών που ανήκαν στην τάξη των δυνατών (των μεγάλων γαιοκτημόνων) και οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρές επαναστάσεις για να καταλάβουν τον θρόνο. Η δύναμη των στρατηγών αυτών, και πιο συγκεκριμένα του Βάρδα Σκληρού και του Βάρδα Φωκά, αποδείκνυε πόσο ισχυροί ήταν ακόμα οι δυνατοί, μολονότι είχαν ληφθεί αυστηρότατα νομοθετικά μέτρα της δυναστείας –και ειδικότερα από τον Ρωμανό Λεκαπηνό– για την αποκατάσταση μιας δικαιότερης διάρθρωσης της κοινωνίας. Ο Β., που τελικά επιβλήθηκε στους επαναστάτες, αντιμετώπισε και αυτός με αποφασιστικότητα το πρόβλημα, κυρίως με τη Νεαρά του 996 κατά των δυνατών και με την εισαγωγή του αλληλεγγύου, που επέβαλε στους δυνατούς να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών γειτόνων τους.
Το δεύτερο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει ο Β. ήταν το βουλγαρικό. Οι Βούλγαροι, με ηγέτη τους τον Σαμουήλ, ισχυρή προσωπικότητα και ανάλογη με εκείνη του Β., επωφελήθηκαν από τον εμφύλιο πόλεμο του Βυζαντίου και ξεκινώντας από τη δυτική Βουλγαρία –που μετά τη διάλυση του βουλγαρικού κράτους από τον Τσιμισκή δεν είχε καταληφθεί με στρατό– άρχισαν να επεκτείνονται στην ανατολική Βουλγαρία και να επιχειρούν επιθέσεις εναντίον των βυζαντινών εδαφών. Ο αγώνας του Β. στο εσωτερικό τον εμπόδισε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον εξωτερικό εχθρό που έκανε επιθέσεις, λεηλατούσε και καταλάμβανε βυζαντινά εδάφη. Από την τελευταία δεκαετία του 10ου αι., και κυρίως μετά τη μάχη του Σπερχειού το 996, όπου ο στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός αιφνιδίασε τα βουλγαρικά στρατεύματα και τους προκάλεσε πανωλεθρία, άρχισε η νέα φάση του αγώνα μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγάρων, στην οποία ο βυζαντινός στρατός ανέλαβε την επίθεση, με την ενεργό συμμετοχή του Β. που ελευθέρωνε οχυρές θέσεις και ενέτεινε την επιθετική του δράση, κυρίως μετά το 1009. Στην αποφασιστική για τον αγώνα μάχη του Κλειδίου (1014), ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας αιφνιδίασε τον στρατό του Σαμουήλ, κατέλαβε το στενό και ο Β. συνέλαβε χιλιάδες αιχμαλώτων, ενώ μετά τον θάνατο του Σαμουήλ –επακόλουθο της τρομακτικής ήττας του στρατού του– ο Β. συμπλήρωσε την κατάληψη οχυρών θέσεων και τελικά διέλυσε το βουλγαρικό κράτος (1018) και το διαίρεσε σε δύο στρατιωτικές διοικήσεις: την ανατολική Βουλγαρία με έδρα του στρατηγού-διοικητή το Δορύστολο και τη δυτική με έδρα τα Σκόπια, ενώ άφησε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Αχρίδας.
Ο Β. στα τέλη του 10ου αι. αντιμετώπισε με επιτυχία και τους Άραβες της Αιγύπτου, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να καταλάβουν τη βυζαντινή Συρία, ενώ το 1018 κατέπνιξε επανάσταση Λογγοβάρδου επαναστάτη στη νότια Ιταλία, όπου και ενίσχυσε γενικά τη βυζαντινή εξουσία.
Η μεγάλη προσφορά του Β. στο Βυζάντιο είναι η κατάλυση του βουλγαρικού κράτους, γιατί απελευθέρωνε την αυτοκρατορία, σχεδόν για δύο αιώνες, από έναν φοβερό εχθρό σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή για το Βυζάντιο, όταν νέοι εχθροί επρόκειτο να φανούν –τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση– για να απειλήσουν την ύπαρξη του κράτους.
Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος σε μικρογραφία της εποχής.
II
Όνομα Βυζαντινών αξιωματούχων.
1. Βυζαντινός στρατηγός (10ος αι.). Ήταν παρακοιμώμενος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου και κατείχε το αξίωμα του πατρικίου. Ηγήθηκε στην εκστρατεία κατά του ηγεμόνα των Αράβων της Μεσοποταμίας Χαμβαδά και κατόρθωσε να κυριεύσει την οχυρή πόλη Σαμόσατα, συντρίβοντας έτσι την αντίσταση των Αράβων.
2. Β. Πετεινός (10ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Ήταν αντίπαλος του βασιλιά Ρωμανού Α’ του Λεκαπηνού και επεδίωκε, σε συνεννόηση με τους στρατηγούς Φωκά, Τορνίκιο και Αργυρό, την ενθρόνιση του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και την επάνοδο στην εξουσία της μακεδονικής δυναστείας. Εκμεταλλεύτηκε γι’ αυτό τη φιλοδοξία του γιου του αυτοκράτορα, Στέφανου, και τον έπεισε να στασιάσει εναντίον του αυτοκράτορα και να πάρει στα χέρια του την αρχή. Έτσι, όταν ο γέροντας Ρωμανός εκτοπίστηκε στο νησί Πρώτη των Πριγκιποννήσων, ο Β.Π. πέτυχε, μετά από παρέλευση 40 ημερών, να ανεβάσει στον θρόνο τον προστατευόμενό του Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, απομακρύνοντας από την Κωνσταντινούπολη τον ανίσχυρο γιο του Ρωμανού, Στέφανο, και τον αδελφό του Κωνσταντίνο. Το 959, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και την άνοδο στον θρόνο του γιου του, Ρωμανού Β’, ο Β.Π. σχεδίασε την πραγματοποίηση νέας συνωμοσίας με σκοπό την καθαίρεση του τελευταίου και την αντικατάστασή του από τον μικρό του γιο Βασίλειο. Τα σχέδια όμως αυτά του Β.Π. έγιναν γνωστά στον αυτοκράτορα, με αποτέλεσμα ο συνωμότης στρατηγός να εξοριστεί έως τον θάνατό του.
3. Β. Σκληρός (10ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Βλ. λ. Σκληρός.
4. Β. Συναδηνός (11ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Ως διοικητής του Δυρραχίου, στράφηκε εναντίον του Βούλγαρου στασιαστή Πέτρου Δελσάνου, που εμφανιζόταν ως γιος και εγγονός των παλαιών ηγεμόνων της Βουλγαρίας Ρωμανού και Σαμουήλ και προκάλεσε εξέγερση των δυσαρεστημένων από τη βαριά φορολογία Βουλγάρων. Πριν όμως συγκρουστεί με τις δυνάμεις των στασιαστών, συκοφαντήθηκε από τον υποστράτηγό του Μιχαήλ Δερμοκαΐτη ότι δήθεν συνωμοτούσε εναντίον του αυτοκράτορα και, αφού καθαιρέθηκε από το αξίωμά του, φυλακίστηκε στη Θεσσαλονίκη.
5. Β. Θεοδωρακάνος (11ος αι.). Ναύαρχος του βυζαντινού στόλου και μάγιστρος. Διακρίθηκε στον αγώνα κατά των Ρώσων που, θέλοντας να εκδικηθούν τον φόνο ενός επιφανούς Ρώσου εμπόρου στην Κωνσταντινούπολη, έσπευσαν να την πολιορκήσουν από ξηρά και θάλασσα. Συγκεκριμένα, ακολουθώντας ο Β.Θ. τη διαταγή του αυτοκράτορα να παρασύρει με δόλιο τρόπο τον ρωσικό στόλο στην ανοιχτή θάλασσα και να ναυμαχήσει, κατόρθωσε να διασπάσει με τα ταχύπλοα πλοία του τον κλοιό του εχθρικού στόλου, να πυρπολήσει με το υγρό πυρ 7 ρωσικά πλοία και να απωθήσει τα υπόλοιπα, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους του.
6. Β. Μάλεσης (11ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Ρωμανού Α’ του Διογένη (1068-71) εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων και αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον ηρωικό αυτοκράτορα στη μάχη του Ματζικέρτ. Λίγο αργότερα όμως απελευθερώθηκαν και οι δύο από τον σουλτάνο Αλπ-Αρσλάν.
7. Β. Κουρτίκιος (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.). Βυζαντινός αξιωματικός. Πήρε μέρος στην εκστρατεία που οργάνωσε ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός εναντίον των στασιαστών στρατηγών Νικηφόρου Βρυέννιου και Νικηφόρου Βασιλάκιου και συνέβαλε αποφασιστικά, χάρη στην ευψυχία του και τη διοικητική του ικανότητα, στη συντριβή τους.
8. Β. Ξηρός (12ος αι.). Βυζαντινός αξιωματούχος. Με εντολή του βασιλιά Μανουήλ Κομνηνού, συναντήθηκε στη Σικελία με τον ηγεμόνα Ρογήρο Β’ (1101-54), για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που είχαν προκύψει εξαιτίας της επίμονης απαίτησης του τελευταίου να του αναγνωριστεί από τον αυτοκράτορα ο τίτλος του ηγεμόνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Ιωάννη Κίνναμο, ο Β.Ξ. υπερασπίστηκε έχοντας προφανώς δωροδοκηθεί το αίτημα του Ρογήρου στον αυτοκράτορα, αλλά ο Μανουήλ αδιαφόρησε για τη στάση αυτή του απεσταλμένου του και διέταξε τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Σικελού άρχοντα, ο οποίος έσπευσε να επιτεθεί εναντίον της Κέρκυρας και να λεηλατήσει τα παράλια της αυτοκρατορίας.
9. Β. Τζικανδόλης (12ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Πήρε μέρος σε πολλές εκστρατείες στη Μικρά Ασία την περίοδο της βασιλείας του Ιωάννη Κομνηνού και του Μανουήλ Κομνηνού και υπήρξε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού της εποχής Ιωάννη Κίνναμου, «πολλούς εις τα προς ανίσχοντα ήλιον αγώσι και μάχαις κατά βαρβάρων ενευδοκιμηκότα». Σε αυτόν και τον συνάδελφό του Προσούχ εμπιστεύτηκε ο Μανουήλ Κομνηνός την απόκρουση των Γερμανών σταυροφόρων της Β’ Σταυροφορίας και τη διοίκηση των στρατευμάτων της Θράκης, που τελικά δεν χρειάστηκε να επέμβουν, αφού μια σειρά ατυχημάτων ανάγκασε τους Γερμανούς εισβολείς να εγκαταλείψουν τα επιθετικά τους σχέδια και να διαπεραιωθούν στη Μικρά Ασία.
III
Όνομα Οικουμενικών πατριαρχών.
1. Β. Α’ ο Σκαμανδρηνός. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (970-974). Διαδέχτηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Πολύευκτο και διακρινόταν για τον ασκητικό και ενάρετο χαρακτήρα του. Συκοφαντήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή ότι σχεδίαζε συνωμοσία εναντίον του και εξορίστηκε στην περιοχή του Σκάμανδρου σε μοναστήρι, που είχε ιδρύσει ο ίδιος.
2. Β. Β’ ο Καματηρός. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1183-87). Ευνοούμενος του Ανδρόνικου Κομνηνού, που καθαιρέθηκε από τον θρόνο από τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο.
3. Β. Γ’ (Γεωργιάδης, Κωνσταντινούπολη 1846 – 1929). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1925-29). Σπούδασε θεολογία και φιλολογία στην Αθήνα. Το 1872 διορίστηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου ανέπτυξε αξιόλογη διδακτική και συγγραφική δραστηριότητα. Επιδόθηκε στην έρευνα των βιβλιοθηκών της Θεολογικής και της Εμπορικής Σχολής της Χάλκης, όπως επίσης και των βιβλιοθηκών του αγιοταφιτικού μετοχίου στο Φανάρι και του Αγίου Όρους, και ανακάλυψε σημαντικά κείμενα της χριστιανικής φιλολογίας που εκδόθηκαν αργότερα από τον ίδιο. Ανάμεσα στα έργα που ανακαλύφθηκαν –χάρη στις ακούραστες αναζητήσεις του Β.– ήταν το υπόμνημα του Ιππολύτου Ρώμης στον προφήτη Δανιήλ, που θεωρείται το πρώτο ερμηνευτικό σύγγραμμα της αρχαίας χριστιανικής φιλολογίας, δύο προηγουμένως άγνωστα κείμενα του Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, ανέκδοτα κείμενα του Μητροφάνους Σμύρνης, αντίπαλου του Μ. Φωτίου, και διάφοροι λόγοι των μητροπολιτών Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη και Γεωργίου Βούρτζου, τους οποίους δημοσίευσε στην Αθήνα το 1882. Το 1880 ταξίδεψε σε διάφορες πανεπιστημιακές πόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Αγγλίας, όπου παρακολούθησε τη διδασκαλία επιφανών θεολόγων καθηγητών και επισκέφθηκε τις βιβλιοθήκες τους αναζητώντας χαμένα ή ανέκδοτα κείμενα, που δημοσίευσε αργότερα στην Εκκλησιαστική Αλήθεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αξίζει να σημειωθεί ότι καρπός των ερευνών του αυτών ήταν και η ανεύρεση στη βιβλιοθήκη του Μονάχου σημαντικών αποσπασμάτων της Ερμηνείας του Ωριγένη για τον Λουκά. Το 1884 διορίστηκε από τον Ιωακείμ Γ’ διευθυντής της ιερατικής σχολής του Βαλατά και συνέχισε από τη νέα του αυτή θέση τη λαμπρή εκπαιδευτική και συγγραφική του δράση. Τέσσερα χρόνια αργότερα εξελέγη μητροπολίτης Αγχιάλου και το 1908 πήγε, ως απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην Κύπρο για να βοηθήσει στην επίλυση του αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Το 1909 μετατέθηκε στη μητρόπολη Νικαίας, όπου διακρίθηκε για τις επιστημονικές έρευνες που πραγματοποίησε γύρω από τα εκκλησιαστικά της μνημεία, και στις 13 Ιουλίου 1925, μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου, εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, θέση στην οποία παρέμεινε έως τον θάνατό του το 1929.
IV
Όνομα διαφόρων ιεραρχών της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Β. ο Μέγας (4ος αι.). Βλ. λ. Βασίλειος ο Μέγας.
2. Επίσκοπος Αγκύρας (4ος αι.). Το όνομα αυτό πήρε από τους Ευσεβιανούς το 336. Διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο ως αρειανός, γι’ αυτό και καθαιρέθηκε και εξορίστηκε στην Ιλλυρία, απ’ όπου όμως τελικά γύρισε. Έγραψε πολλά έργα, από τα οποία έχει διασωθεί το Περί παρθενίας.
3. Επίσκοπος Σελευκείας της Ισαυρίας (5ος αι.). Αναμείχθηκε ενεργά στις δογματικές διαμάχες της εποχής του. Στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας προσανατολίστηκε σταθερά στην ορθοδοξία, γεγονός που διαφαίνεται και από τα κείμενά του διαφόρων ομιλιών που διασώθηκαν.
4. Β. ΝέοςΕλάχιστος (10ος αι.). Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας (912-954). Ο ίδιος επέλεξε τα προσωνύμια Νέος και Ελάχιστος, για να μη συγχέεται με τον Βασίλειο τον Μέγα. Ερμήνευσε και σχολίασε τους λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και άλλων πατέρων της εκκλησίας.
5. Μητροπολίτης Σμύρνης (1884-1910). Καταγόταν από τη Ζαγοριτσάνη της Μακεδονίας. Διετέλεσε μητροπολίτης Αγχιάλου (1863-78, 1881-85) και σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (1878 -81). Συγκέντρωσε τους λόγους του σε δύο τόμους και έγραψε πολλές πραγματείες για εκκλησιαστικά ζητήματα.
6. Μητροπολίτης Αιθιοπίας. Εξελέγη το 1951 και ήταν ο πρώτος Αιθίοπας που έγινε μητροπολίτης.
7. WasylyFedak (Καντούμπβιτς, Ουκρανία 1909 –). Μητροπολίτης της Ορθόδοξης Ουκρανικής Εκκλησίας στον Καναδά. Σπούδασε στο Κολέγιο Διδασκάλων του Σασκάτιουν στον Καναδά, στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο και στο τμήμα θεολογίας του Κολεγίου Άγιος Ανδρέας του Γουίνιπεγκ και του Ουκρανικού Πανεπιστημίου του Μονάχου. Το 1944 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το 1978 εξελέγη επίσκοπος Σασκάτιουν και αρχιερατικός επίτροπος της κεντρικής επαρχίας, το 1983 αρχιεπίσκοπος Τορόντο και ανατολικής επαρχίας και το 1985 αρχιεπίσκοπος Γουίνιπεγκ και μητροπολίτης της ορθόδοξης Ουκρανικής Εκκλησίας του Καναδά. Στη δικαιοδοσία του υπάγονται 281 ενορίες-κοινότητες, έχει δε ως συμπαραστάτες του στο πνευματικό και διοικητικό έργο δύο επισκόπους.
V
(Κολόκας, Νήσος Ιωαννίνων 1953 -). Μητροπολίτης Ελασσόνος, υπέρτιμος και έξαρχος Ολύμπου. Μετά την αποφοίτησή του από τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών, σπούδασε στη θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1975 και πρεσβύτερος το 1979. Διετέλεσε ηγούμενος της μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης και εφημέριος-προϊστάμενος του ναού Αγίου Θεράποντα Κάτω Τούμπας. Κατά τη διάρκεια της εκεί υπηρεσίας του, εκτός της ποιμαντικής δράσης του, επιμελήθηκε της έκδοσης καλλιτεχνικού λευκώματος με βυζαντινές εικόνες από την πινακοθήκη του ναού. Το 1995 εξελέγη μητροπολίτης Ελασσόνος, όπου έχει αναπτύξει σημαντική πνευματική, κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, στην περιφέρειά του λειτουργούν επτά πνευματικά κέντρα, σχολή βυζαντινής μουσικής, τρία μουσεία, κατασκηνώσεις, βιβλιοθήκη, υπηρεσίες ασθενών, αντιαιρετικής δράσης κ.ά.
VI
Όνομα ηγεμόνων και ανωτέρων αξιωματούχων της Ρωσίας.
1. Β. Α’ (Β. Ιαροσλάβοβιτς, τέλη 13ου αι.). Μέγας ηγεμόνας της Μόσχας (1272-76). Γιος του Ιαροσλάβου Γ’, που διαδέχτηκε στη μεγάλη ηγεμονία τον αδελφό του. Αγωνίστηκε εναντίον του πρίγκιπα Δημητρίου (γιου του περίφημου ήρωα Αλέξανδρου Νιέφσκι) και του Σβιατοσλάβ Ιαροσλάβιτς, ηγεμόνα της Τβάρας, που διεκδίκησαν τον θρόνο του μεγάλου ηγεμόνα. Συμμάχησε με τον χάνη των Μογγόλων και εκστράτευσε μαζί του εναντίον της Λιθουανίας, προκαλώντας έτσι μεγάλη ζημιά στη χώρα του επειδή οι Μογγόλοι βρήκαν την ευκαιρία όταν επέστρεψαν στα εδάφη τους να λεηλατήσουν μεγάλες ρωσικές εκτάσεις και να υφαρπάξουν τις περιουσίες των Ρώσων γεωργών. Από τα αξιοσημείωτα γεγονότα της ηγεμονίας του ήταν και η πραγματοποίηση το 1274 μιας συνόδου, πρόεδρος της οποίας ήταν ο μητροπολίτης Κιέβου Κύριλλος.
2. Β. Α’ (Β. Ντονσκόι, 1371-1425). Μέγας ηγεμόνας του Βλαντιμίρ και της Μόσχας (1389-1425). Ήταν γιος του Δημητρίου Ντονσκόι και προσάρτησε στη διάρκεια της ηγεμονίας του, με τη συγκατάθεση των τοπικών βογιάρων, το Νιζνί-Νόβγκοροντ. Κατέκτησε την περιοχή του Μουρόμ και προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του στα εδάφη του Μεγάλου Νόβγκοροντ. Παρά την αντίδραση του Ταμερλάνου, κατόρθωσε να φτάσει το 1395 μέχρι και την περιοχή του Όκα και ήταν ο πρώτος που δεν δέχτηκε να στείλει φόρο υποτελείας στους Τατάρους της Χρυσής Ορδής.
3. Β. Β’, ο επιλεγόμενος Τυφλός (Β. Βασίλιεβιτς, 1415-1462). Μέγας ηγεμόνας της Μόσχας και όλης της Ρωσίας (1425-62). Διαδέχτηκε στην ηγεμονία τον πατέρα του Β. Α’ και στη διάρκεια της βασιλείας του αγωνίστηκε σκληρά εναντίον του θείου του και των εξαδέλφων του, Βασιλείου του Μονόφθαλμου και Δημητρίου του Σεμιάκα, που διεκδικούσαν τον θρόνο του. Το 1446 αιχμαλωτίστηκε από τον Σεμιάκα και τυφλώθηκε, αλλά τελικά κατόρθωσε να επιβληθεί και να διατηρηθεί στην αρχή. Ο Β. συγκέντρωσε στα χέρια του την απόλυτη εξουσία της χώρας του περιορίζοντας τα προνόμια των βογιάρων, προσπάθησε να επιβάλει ένα καθεστώς μερικής ανεξαρτησίας σε σχέση με τους Τατάρους και συμμάχησε με τον χάνη του Κασίμοφ εναντίον του Χανάτου του Καζάν. Αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα για την ένωση της Ανατ. και της Δυτ. Εκκλησίας (1439) και από τότε η Ρωσία εξέλεγε μόνη της τους μητροπολίτες της, θεωρώντας ότι το Βυζάντιο είχε προδώσει την ορθοδοξία.
4. Β. Γ’ (Β. Ιβάνοβιτς, 1479-1533). Μέγας ηγεμόνας της Μόσχας και όλης της Ρωσίας (1505-33). Ήταν γιος του Ιβάν του Γ’. Επεδίωξε να καταστείλει την προσπάθεια ανεξαρτησίας των βογιάρων με τρομακτικές μεθόδους και προσάρτησε στη χώρα του τα κράτη της Μοσχοβίας, του Πσκοφ και του Ριαζάν. Στη διάρκεια της βασιλείας του αγωνίστηκε συχνά εναντίον των Τατάρων της Κριμαίας, τους οποίους επεδίωξε να αντιμετωπίσει όχι μόνο στο στρατιωτικό, αλλά και στο εμπορικό πεδίο. Συγκεκριμένα, ίδρυσε στην περιοχή του Βόλγα την αγορά του Νιζνί-Νόβγκοροντ (που συγκέντρωσε τους χιλιάδες εμπορευόμενους από την Ασία και την Ευρώπη) και πέτυχε έτσι να εξασθενήσει το εμπόριο του Καζάν.
5. Β. ο Μονόφθαλμος (1556-1612). Εγγονός του Δημητρίου Ντονσκόι και εξάδελφος του μεγάλου ηγεμόνα της Μόσχας Β. Β’ του Τυφλού. Αγωνίστηκε μαζί με τον πατέρα του Γιούρι και τον αδελφό του Δημήτριο Σεμιάκα για τον περιορισμό της εξουσίας του μεγάλου ηγεμόνα και το 1436 αιχμαλωτίστηκε και τιμωρήθηκε με τύφλωση.
* * *
βασίλειος, -ον και -ος, -α, -ον και -ος, -ηΐς, -ον και ιων. τ. βασιλήιος, -η, -ον (Α) [βασιλεύς]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον βασιλιά (α. «βασίλειος θρόνος» β. «βασίλειος στοά» γ. «βασίλειος θύρα» — η μεσαία θύρα της σκηνής στο αρχαίο δράμα).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Βασίλειος — ο Василий – 1) имя некоторых святых Православной Церкви: Βασίλειος ο Μέγας Василий Великий – один из трех иерархов (святые Василий Великий, Григорий Богослов и Иоанн Златоуст) и отец Церкви; 2) имя, которое носили некоторые византийские правители …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • βασίλειος — royal masc nom sg βασίλειος royal masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασίλειος — royal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασίλειος ο Μέγας — (Καισάρεια 330; – 379). Πατέρας, οικουμενικός διδάσκαλος και άγιος της Εκκλησίας. Γόνος ευγενούς οικογένειας, γνωστής για την ευσέβεια και την προσφορά της στην εκκλησία πολλών θεολόγων και εκκλησιαστικών ανδρών, έγινε επίσκοπος Καισαρείας και… …   Dictionary of Greek

  • Ανδρονόπουλος, Βασίλειος — (Αίγιο 1838 – Θεσσαλονίκη 1897).Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του ηθοποιού Βασίλειου Καλλιμαχόπουλου. Μαζί με άλλους ερασιτέχνες ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων και ο Διονύσιος Ταβουλάρης, έκανε την πρώτη εμφάνισή του στο θέατρο το 1858 στην… …   Dictionary of Greek

  • Ζιώγας, Βασίλειος — (Θεσσαλονίκη 1937 –). Δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε κινηματογράφο και θέατρο στη Βιέννη, όπου και εντάχθηκε στο λογοτεχνικό κίνημα του λετρισμού. Κατά τη δεκαετία του 1960 έζησε, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη …   Dictionary of Greek

  • Λάσκος, Βασίλειος — (Μάνδρα Ελευσίνας 1899 – 1943). Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ήρωας του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ειδικεύτηκε στον κλάδο των υποβρυχίων. Το 1926 τοποθετήθηκε κυβερνήτης του τορπιλοβόλου Πέργαμος, με το… …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Βασίλειος — Sp Ãgios Vasilijas Ap Άγιος Βασίλειος/Agios Basileios L Š ir C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Αγιομαμίτης, Βασίλειος — Αγωνιστής του 1821. Κρητικός οπλαρχηγός, που μαζί με άλλους καπεταναίους εισέβαλε, στα τέλη Απριλίου του 1822, με πεντακόσια παλικάρια στην περιοχή Μυλοποτάμου (Κρήτη) …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Βασίλειος — Ονομασία δεκατριών οικισμών. 1. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 119 κάτ.) στην πρώην επαρχία Θηβών του νομού Βοιωτίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πλαταιών. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ., 48 κάτ.) του νομού Άρτης. Υπάγεται διοικητικά στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.